- ποθόβλητος
- ποθό-βλητος, von Verlangen, Sehnsucht, Liebe getroffen, verwundet
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
ποθόβλητος — ον, Α 1. βληθείς, χτυπημένος, τραυματισμένος από πόθο («ποθοβλήτου Ἀναξαγόρα», Σιλεντ.) 2. αυτός που διεγείρει, που προκαλεί τον πόθο. [ΕΤΥΜΟΛ. < πόθος + βλητος (< βάλλω «χτυπώ»), πρβλ. κεραυνό βλητος] … Dictionary of Greek
ποθοβλήτοιο — ποθόβλητος love stricken masc/fem/neut gen sg (epic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ποθοβλήτοις — ποθόβλητος love stricken masc/fem/neut dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ποθοβλήτοισι — ποθόβλητος love stricken masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ποθοβλήτου — ποθόβλητος love stricken masc/fem/neut gen sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ποθοβλήτους — ποθόβλητος love stricken masc/fem acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ποθοβλήτων — ποθόβλητος love stricken masc/fem/neut gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ποθοβλήτῳ — ποθόβλητος love stricken masc/fem/neut dat sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)